Φορεσιές

ΟΙ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ

 Του Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη Πολιτισμολόγου – Συγγραφέα

Η ΑΝΔΡΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πηγές, οι Κρήτες για δύο αιώνες μετά τη βενετσιάνικη κατάκτηση (1204) συνέχισαν να κρατούν το βυζαντινό ένδυμα που φόρεσαν μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Σαρακηνούς (961).  Κατόπιν άρχισαν να ντύνονται με τη βενετσιάνικη μόδα.

Όπως φαίνεται, η ανδρική παραδοσιακή φορεσιά με την πτυχωτή βράκα, το γελέκι, το μεϊτάνι  και τα στιβάνια κάνει την εμφάνισή της στις αρχές του 16ου αιώνα.  Η προέλευση της βράκας απασχόλησε πολλούς.  Η άποψη ότι η βράκα ήταν άγνωστη στην Κρήτη πριν από την τουρκική κατάκτησή της δεν ευσταθεί. Στο έργο Η προσκύνησις των Μάγων του περίφημου  Κρητικού ζωγράφου Μιχαήλ Δαμασκηνού (1535-1593), μεταξύ άλλων απεικονίζεται, σε πρώτο πλάνο, ένα παιδάκι, που φορά βράκα με πτυχώσεις (βλ. Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη, «Μιχαήλ Δαμασκηνός, Η Προσκύνησις των Μάγων, 16ος αιώνας, Συλλογή Αγίας Αικατερίνης, Ηράκλειο Κρήτης», στο Έργα Κρητών ζωγράφων 15ου – 17ου αιώνα, Πανελλήνια Ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2006). Το πιο πιθανό είναι να παρέλαβαν οι Κρητικοί μια μορφή βράκας από τους πειρατές της Αλγερίας ή της Τύνιδας, καθώς είχαν έλθει σε κάποια επαφή.  Και αυτοί όμως την είχαν πάρει από τους Καβίλους της ορεινής περιοχής Τζουρτζούρα της Αλγερίας, και συγκεκριμένα από τη φυλή των Ζουάβα, η οποία  αποτελεί κλάδο της μεγάλης Βερβερικής φυλής και παραδοσιακά προμήθευε πολεμιστές στο Αλγέρι και στην Τύνιδα.  Αξιοπρόσεκτη είναι η καταπληκτική ομοιότητα της παραδοσιακής ανδρικής κρητικής φορεσιάς με την παραδοσιακή φορεσιά των ανδρών της φυλής των Ζουάβα.

Την ανδρική παραδοσιακή γιορτινή ενδυμασία της Κρήτης ράβουν και κεντούν ειδικοί ραφτάδες, που ονομάζονται τερζήδες. Το διακοσμητικό κέντημα γίνεται με βαθυκύανα ή μαύρα μεταξωτά στριφτά κορδονέτα (ποτέ με χρυσά), που λέγονται χάρτζα.  Τα χάρτζα φτιάχνονταν και πουλιόνταν από ειδικούς τεχνίτες, τους καζάζηδες, ή τα έφερναν έμποροι και τερζήδες από την Αίγυπτο.

Η σκολινή ανδρική φορεσιά περιλαμβάνει τα εξής τεμάχια: βράκα, κάλτσες, γελέκι (κλειστό ή ανοιχτό), μεϊτάνι (χειριδωτός επενδύτης), καπότο (κάπα), πουκάμισο, ζώνη, σπαστό φέσι, ή μαντήλι, ασημομάχαιρο, καδένα και στιβάνια.

Το χαρακτηριστικό στοιχείο της φορεσιάς είναι η βράκα.  Στη Δυτική Κρήτη την ονομάζουν κάρτσα, ενώ στην Ανατολική  σ(χ)ιαλβάρι. Επικράτησε, όμως, σε ολόκληρη την Κρήτη να λέγεται, χρησιμοποιώντας τον πληθυντικό των όρων, βράκες ή σαλβάρια, και να εννοείται με αυτό το σύνολο της φορεσιάς.

ΤΟ ΑΝΔΡΙΚΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

 Το παραδοσιακό γιορτινό πουκάμισο του Κρητικού, υφαντό, μεταξωτό  ή βαμβακερό, έχει χρώμα κυρίως άσπρο.  Βέβαια, φορέθηκαν πουκάμισα  και σε άλλους χρωματισμούς, όπως φορέθηκαν και πουκάμισα ριγέ ή καρό. Ποτέ, όμως, δεν φορούσαν οι Κρητικοί μαύρο πουκάμισο στους γάμους, στους αρραβώνες, στα βαπτίσια, στις χαρές, στις γιορτές και στα πανηγύρια, γιατί ήταν δείγμα πένθους, θλιπτικό. Να σημειωθεί ότι, η σύγχρονη συνήθεια να φορούν οι Κρητικοί αδιακρίτως μαύρο πουκάμισο επικρατεί εδώ και μερικές μόλις δεκαετίες.

 (Για περισσότερα βλ. Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη, «Το πουκάμισο στην ανδρική φορεσιά, κυρίαρχες συνήθειες του παρελθόντος και… του καιρού μας», στο Ιχνηλατώντας την κρητική παράδοση στο χθες και το σήμερα, Πανελλήνια Ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2011).

ΤΟ ΚΕΦΑΛΟΚΑΛΥΜΜΑ ΤΟΥ ΚΡΗΤΙΚΟΥ

 Τα παραδοσιακά κεφαλοκαλύμματα της φορεσιάς είναι: το κόκκινο σπαστό τσόχινο φέσι με τη μαύρη φούντα, το σαρίκι, τις περισσότερες φορές υφαντό, αλλά και περίτεχνα κεντητό στο νομό Λασιθίου, το λεγόμενο μπολίδι, και ο κούκος ένα μάλλινο καλπάκι από αστραχάν. Μέχρι την εποχή του Μεσοπολέμου οι Κρητικοί με τη σχολινή φορεσιά έβαζαν κυρίως το σπαστό κόκκινο φέσι με τη μακριά φούντα, το οποίο, να τονίσουμε ότι, δεν έχει καμιά σχέση με το κωνοειδές σκληρό φέσι των Τούρκων.  Φορούσαν επίσης, το μεγάλο σαρίκι, στην ουσία μία μεγάλη μαντήλα, όχι απαραίτητα μαύρη, που πριν πάρει το τούρκικο όνομα σαρίκι λεγόταν πέτσα.  Είδος πέτσας φορούσαν οι Κρητικοί από  τα τέλη του 15ου αιώνα.  Την τύλιγαν στο κεφάλι τους και άφηναν τις άκρες να πέφτουν στους ώμους, εμπρός και πίσω.  Πιο παλιά την τύλιγαν στο λαιμό, είχε φαρδύτερες άκρες, που έπεφταν στους ώμους, και την έλεγαν στόλα.  Η πέτσα ονομαζόταν και τζεβρές, όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κρήτη.  Το σαρίκι (μαντήλα), παλαιότερα, ήταν ένα μακρόστενο μεταξωτό πολύχρωμο μαντήλι, το περίφημο λαχουρί, με το οποίο αρκετοί Κρήτες τύλιγαν το σπαστό κόκκινο φέσι τους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως διαπιστώνουμε από τις δεκάδες φωτογραφίες και χαρακτικά που έχουν διασωθεί, όλοι σχεδόν οι αρχηγοί και οπλαρχηγοί των Κρητικών Επαναστάσεων, από όλη την Κρήτη, φορούσαν το σπαστό φέσι με τη μακριά φούντα. Και είναι σίγουρο ότι αυτοί δεν θα έβαζαν στο κεφάλι τους κάτι τούρκικο, κάτι που δεν θα ήταν σύμφωνο με τη μακραίωνη παράδοση του τόπου τους.

Για περισσότερα βλ.:

Α) Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη, «Το φέσι στην ανδρική φορεσιά, ιστορική αλήθεια και… παρεξήγηση» και «Το ανδρικό κεφαλομάντηλο, το παραδοσιακό και… το σύγχρονο», στο Ιχνηλατώντας την κρητική παράδοση στο χθες και το σήμερα, Πανελλήνια Ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2011.

Β) Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη – Σάτυα Α. Κασίμη,  «Αρχηγοί και οπλαρχηγοί των κρητικών επαναστάσεων της περιόδου 1821 – 1869» και «Κρητικόν Πάνθεον», στο Αγώνες και αγωνιστές της κρητικής ελευθερίας μέσα από την ελληνική και ευρωπαϊκή λαϊκή εικονογραφία, Πανελλήνια Ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2009.

Γ) Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη, 90 χρόνια από την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, Πανελλήνια Ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2004.

ΤΟ ΑΝΔΡΙΚΟ ΜΕΣΟΜΑΧΑΙΡΟ

foresies Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της φορεσιάς είναι το ασημομάχαιρο.  Στα χρόνια της Βενετοκρατίας λεγόταν (μ)πουνιάλο.  Επί Τουρκοκρατίας λεγόταν πασαλής ή πασαλί.  Το τυπικό  μαχαίρι με τη μορφή που διατηρήθηκε μέχρι σήμερα παρουσιάστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα.  Η λαβή ονομάζεται μανίκα και εμφανίζεται σε ποικιλία σχημάτων.  Η πιο διαδεδομένη μορφή είναι αυτή που το τελείωμα της λαβής έχει σχήμα ουράς ψαριού ή αλλιώς σχήμα V. Τα μαχαίρια με τις σκουρόχρωμες κεράτινες λαβές ονομάζονται μαυρομάνικα. Το μαυρομάνικο μαχαίρι παλαιότερα λεγόταν και σκουρομαχαίρα.  Η θήκη του μαχαιριού στην επίσημη φορεσιά ονομάζεται φουκάρι.  Είναι ασημένια καλαμιστή, δηλαδή σκαλισμένη με το καλέμι.  Το ασημένιο φουκάρι είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό και παρουσιάζει μεγάλη αισθητική αξία με πλουσιότατη διακόσμηση.  Αποτελεί το βασικό ανδρικό κόσμημα και δηλώνει την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση του Κρητικού που το φοράει.  Χαρακτηρίζει τους καλόσειρους, δηλαδή τα ξεχωριστά πρόσωπα.  Τα ασημένια μαχαίρια αποτελούσαν ιερό και αναπόσπαστο μέρος του οπλισμού και της εξάρτησης των  πολεμιστών.  Μεγάλη ήταν και η συμβολική αξία του μαχαιριού στην κοινωνική ζωή των Κρητικών.

Η «ΧΡΥΣΟΠΟΙΚΙΛΤΗ» ΝΟΘΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΝΔΡΙΚΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΦΟΡΕΣΙΑΣ

foresies
Ο Χαλήμ Αγάς, στα τέλη του 19ου αιώνα.
Φωτογράφος: Περικλής Διαμαντόπουλος.
(Βλ. Θοδωρή Λουλουδάκη, Η κρητική φωτογραφία,
Αθήνα, 1984).

Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια υπάρχουν ορισμένοι που προβάλλουν την ανδρική κρητική φορεσιά χρυσοκεντημένη και την εμφανίζουν ως επίσημη ή γαμπριάτικη. Το χειρότερο είναι ότι επικαλούνται δήθεν επιστημονικές αναφορές και μουσειακές επικυρώσεις, οι οποίες, ωστόσο, χαρακτηρίζονται από έλλειψη ιστορικότητας. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή, για να δούμε πως καταλήξαμε σε αυτό το «επίσημο» ιστορικολαογραφικό ολίσθημα.  Από το 16ο αιώνα, οπότε έκανε την εμφάνισή της στην Κρήτη η ανδρική φορεσιά (με τη βράκα, το γελέκι και το μεϊτάνι), και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι οι Χριστιανοί Κρήτες φορούσαν χρυσοκεντημένα ρούχα. Μόνο οι αγάδες και οι εύποροι Τουρκοκρητικοί φορούσαν χρυσοποίκιλτα σαλβάρια, στα πρότυπα των τουρκικών ενδυμασιών.

Το χρυσό κέντημα στα ρούχα Χριστιανών Κρητικών εμφανίζεται για πρώτη φορά στη στολή των Καβάσηδων, δηλαδή του επίλεκτου σώματος σωματοφυλάκων του ύπατου αρμοστή της Κρήτης, πρίγκιπα της Ελλάδος Γεωργίου, στις αρχές της περιόδου της Αυτονομίας της Κρήτης (1898-1913). Να τονίσουμε, βέβαια, ότι η επιλογή του χρυσού διακόσμου στα ρούχα των Καβάσηδων δεν έγινε καθόλου τυχαία. Σε μια εποχή που η Κρήτη τελούσε υπό την υψηλή επικυριαρχία του σουλτάνου και την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων το σώμα των Καβάσηδων είχε τουρκικές επιρροές και στην ονομασία και στη στολή του. Η λέξη καβάσης προέρχεται από την τουρκική λέξη cavas, που σημαίνει τον ένοπλο φρουρό του πασά ή της πρεσβείας, της παλαιάς Αυτοκρατορικής Τουρκίας, ντυμένο με εντυπωσιακή χρυσοκεντημένη στολή. Τον όρο καβάσης συναντούμε σε ένα ιστορικοαφηγηματικό τραγούδι του 1784 και για την ακρίβεια στο Τραγούδι του Δασκαλογιάννη (στίχ. 404-406), στο σημείο όπου ο πασάς παροτρύνοντας το φουσάτο του να επιτεθεί στο σφακιανό λιμάνι λέει:

 …όποιος εκείνος θα βρεθεί να ‘μπει ‘ς το Πόρο κάτω,

και να μου φέρει σήμερο το σφακιανό σαντζάκι (μπαϊράκι)

θε νάνε ο καβάζης μου, πρώτος εις το κανάκι…

foresies
Καβάσης του Πρίγκηπα Γεωργίου, Ύπατου Αρμοστή της Κρήτης την περίοδο 1898 – 1906. Επιστολικό Δελτάριο. Φωτογράφος: Περικλής Διαμαντόπουλος.
Εκδότης: E. A. Cavaliero, Χανιά. (Αρχείο Ι.Θ.Τ.)

 Η ενδυμασία των Καβάσηδων ενέπνευσε, κατά την περίοδο της πολιτικής διένεξης Βενιζέλου – πρίγκηπα Γεωργίου (1901-06), σε ορισμένους «πριγκηπικούς», δηλαδή υποστηρικτές του ύπατου αρμοστή, τη μόδα του χρυσοκεντημένου σαλβαριού, ως δηλωτικό  των πολιτικών τους πεποιθήσεων. Μια μόδα που έπεσε στην αφάνεια, όπως και οι Καβάσηδες, μετά την αποχώρηση του πρίγκιπα στα 1906.

Λίγες δεκαετίες αργότερα (δεκαετία του 50’), η χρυσοκεντημένη ανδρική φορεσιά κάνει πάλι την εμφάνισή της, ατυχώς, μέσω της Αγγελικής Χατζημιχάλη, κατά τα άλλα άξιας λαογράφου, επιμελήτριας του υλικού παραδοσιακών ελληνικών ενδυμασιών του Μουσείου Μπενάκη. Η Χατζημιχάλη, έχοντας στα χέρια της μια ανδρική χρυσοποίκιλτη κρητική φορεσιά (κάτοχος της οποίας εμφανίζεται ο Αντώνιος Μπενάκης, ιδρυτής του ομώνυμου Μουσείου), χωρίς ποτέ να κάνει επιτόπια έρευνα στη Μεγαλόνησο, παρασύρεται και τη χαρακτηρίζει αστική – γιορτινή –  γαμπριάτικη. Μια άποψη πέρα για πέρα λανθασμένη, αφού όπως είπαμε κανένας Κρητικός πριν από τις αρχές του 20ου αιώνα δεν φόρεσε φορεσιά με χρυσά χάρτζα (κεντήματα), εκτός από τους Τούρκους ή τους εξωμότες Κρητικούς.  Η ενδυμασία αυτή, πιθανόν κάποιου πριγκηπικού ή ακόμη και Τουρκοκρητικού από τον οποίο είχε αγοραστεί, έγινε πίνακας. Τον ζωγράφισε ο Claus Sperling για λογαριασμό του Μουσείου Μπενάκη. Κατόπιν αναπαράχθηκε σε 300 λιθογραφικά αντίγραφα, που κυκλοφόρησαν σε λεύκωμα, το οποίο εκδόθηκε το 1954 από το Μουσείο με τον τίτλο Ελληνικαί Εθνικαί Ενδυμασίαι.  Η λιθογραφία έχει τον τίτλο «Αστική Κρήτης» και στον τόμο με τα κείμενα παρουσιάζεται ως η γαμπριάτικη φορεσιά του κρητικού.

foresies
Λιθογραφία από υδατογραφία του N. C. Sperling (1930). Εκδότης: Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα, 1954. (Αρχείο Ι.Θ.Τ.)

Όπως είπαμε, τα κείμενα υπογράφει η Αγγελική Χατζημιχάλη.  Από τότε λοιπόν, σιγά – σιγά, «νομιμοποιημένα» και «έγκυρα» πλέον,  άρχισε να προβάλλεται το «κατασκεύασμα» της χρυσοκέντητης ανδρικής κρητικής φορεσιάς, παρασύροντας τους ειδικούς, που αντιγράφουν τη Χατζημιχάλη, και τους μη ειδικούς, που παίρνουν ως πρότυπο την εν λόγω φορεσιά του Μουσείου, σε ένα, άνευ προηγουμένου, ιστορικολαογραφικό ολίσθημα.

Την ίδια εποχή, μέσα περίπου της δεκαετίας του ΄50, το χρυσό κέντημα στην κρητική φορεσιά προβλήθηκε εκ νέου, όταν συστάθηκε σώμα «Κρητοβρακοφορεμένων» στον Στρατιωτικό Οίκο της Αυτού Μεγαλειότης (Σ.Ο.Α.Μ.), όπως λεγόταν τότε η Ανακτορική Φρουρά. Ο σχεδιασμός της στολής του σώματος αυτού στηρίχθηκε στην παραδοσιακή φορεσιά των Κρητών, στη στολή της Κρητικής Χωροφυλακής και την ενδυμασία των Καβάσηδων. Από τη δεύτερη δανείστηκε το κόκκινο γελέκι και τον τύπο διακόσμησης του μ(ε)ιτανιού. Από την τρίτη την απόχρωση του διακόσμού της. Έτσι, τα λευκά σιρίτια των Κρητικών Χωροφυλάκων έγιναν τα χρυσαφί των Καβάσηδων και προέκυψε αυτό που, μέχρι σήμερα, κοσμεί τα ρούχα των βρακοφόρων του Προεδρικού Μεγάρου.

Το γεγονός ότι ονομαστοί καλλιτέχνες της κρητικής μουσικής και του χορού (Αλέκος Καραβίτης, Κώστας Μουντάκης, Μύρωνας Σαπουντζής, Κωνσταντίνος Παπαδάκης-Ναύτης κ.ά.) φόρεσαν χρυσοκεντημένα μ(ε)ιτανογέλεκα δεν κατοχυρώνει την παραδοσιακότητα των ρούχων αυτών.  Το έπραξαν στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής τους ιδιότητάς τους, γνωρίζοντας ότι τα ρούχα αυτά δεν ήταν παραδοσιακά.

Το ίδιο ανίσχυρη είναι και η επιχειρηματολογία υπέρ της καθιέρωσης του χρυσοκέντητου, που προκύπτει από τις μερικές, ακόμη, αγιογραφίες της τελευταίας εικοσαετίας, στις οποίες απεικονίζονται Κρήτες Άγιοι με χρυσοκέντητα ρούχα. Οι ελάχιστοι τέτοιοι αγιογραφούντες το πράττουν χωρίς πρότυπο, αυθαιρετώντας κι αυτοί, ίσως παρασυρμένοι από το διαμορφούμενο συρμό και τις απαιτήσεις των ανιστόρητων πελατών τους.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Κρήτη ευτύχησε να «φιλοξενήσει» την τέχνη της φωτογραφίας από τα μέσα σχεδόν του 19ου αιώνα. Το μεγάλο πλήθος των εικονογραφικών πηγών, με απεικονίσεις των μεγαλύτερων προσωπικοτήτων των Κρητικών Επαναστάσεων, καταδεικνύει ότι το χρυσό κέντημα ήταν και είναι ξένο ως προς την κρητική ανδρική φορεσιά. Το επιχείρημα ότι κόστιζε περισσότερο και γι αυτό δεν το παράγγελναν οι Κρητικοί, που ήταν φτωχοί, είναι επιεικώς γελοίο, αφού όσοι ασχολούνται σοβαρά με το αντικείμενο γνωρίζουν ότι το μεγάλο κόστος της ενδυμασίας ήταν και είναι κυρίως κόστος (χειροποίητης) εργασίας και όχι, τόσο, κόστος υλικών. Εξάλλου, τα μαύρα ή βαθυκύανα μεταξωτά στριφτά κορδονέτα με τα οποία κεντιόταν η φορεσιά ήταν έτσι κι αλλιώς ακριβά. (Βλ. επίσης, Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη, «Χρυσοκέντητη ανδρική φορεσιά, μια μεγάλη παρερμηνεία», στο Ιχνηλατώντας την κρητική παράδοση στο χθες και το σήμερα, Πανελλήνια Ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2011).