Κτηνοτροφία

Leksiko
Ιωάννη Παρασύρη, Ο Σπαρτόλης, 1992.

Σε κάθε περιφέρεια, ανάλογα με τις κλιματολογικές, τις εδαφολογικές  συνθήκες και ανάλογα με τα έθιμα είχανε διαφορετικά συστήματα στην κτηνοτροφία. Στα Σφακιά εβολεύονταν από θερινούς βοσκοτόπους. Το χειμώνα όμως στα χαμηλά υψόμετρα βγάζει λίγο φαί. Για προμήθεια ζωοτροφών δεν μπορούσε να γίνει σκέψη. Πολλοί Σφακιανοί είχανε χειμαδιά στην Κυδωνία, στον Αποκόρωνα και κυρίως στη Μεσαρά. Μα ακόμα τα δύο νησάκια, Παξιμάδια στον κόλπο της Μεσαράς, η Γαυδοπούλα και εκτάσεις στη Μεγάλη Γαύδο είναι σφακιανές ιδιοκτησίες. Στα ξερονήσια συχνά επήγαινε ένας βοσκός με το κοπάδι του μετά τα Χριστούγεννα και γύριζε τέλη Μαρτίου. Έπαιρνε μαζί του παξιμαδιασμένο ψωμί, όσπρια, ελιές και χοιρινό σε βάζους. Αν του συνέβαινε μεγάλη ανάγκη άναβε μια μεγάλη φωτιά στην κορφή του νησιού μετά το ηλιοβασίλεμα και τη βλέπανε και πηγαίνανε με καράβι να δούνε τι συμβαίνει. Τα λίγα πρόβατα που ξεχειμωνιάζανε στα Σφακιά πολύ εδυστυχούσανε και πολλά ψοφούσανε από την κακοπέραση. Συχνά το διακινδυνεύανε οι κτηνοτρόφοι και τα αφήνανε στις κορφές που βγάζανε φαί μα τότε δεν υπήρχε και μετεωρολογική υπηρεσία και πολύ συχνά εσκότωνε το χιόνι πολλές δεκάδες πρόβατα. Άμα σταματούσε η χιονόπτωση πηγαίνανε πολλοί άντρες και κρατούσανε ραβδιά και όπου υπολογίζανε ότι μπορεί να ήτανε πετρωμένα τα πρόβατα, εκαρφώνανε τα ραβδιά και άμα πετύχαινε το ραβδί στο πρόβατο, το καταλαβαίνανε από τη μαλακάδα και το ξεχιονίζανε. Τα κράζανε κιόλας μήπως «μπεμπερίσουνε» κάτω από το χιόνι. Σε άλλες περιοχές ο κτηνοτρόφος θεωρείται άξεστος και ακοινώνητος. Στα Σφακιά ήτανε, και σε κοινωνικότητα, οι κτηνοτρόφοι μετά τους εμποροπλοιάρχους και τους εμπορευόμενους, και σε οικονομία. Ένας κτηνοτρόφος μπορούσε άμα είχε ανάγκη από μεγάλο έξοδο, να πουλήσει 100 πρόβατα και σε δυο χρόνια τα «κεφάλιωνε» πάλι ενώ ο γεωργός δεν μπορούσε εύκολα να πουλήσει ούτε το χωράφι του, ούτε το βόδι του. Τα πρόβατα είναι ρευστό κεφάλαιο. Ακόμα έχει παρατηρηθεί ότι και οι αρχηγοί των επαναστάσεων, οι πιο πολλοί βγαίνανε από κτηνοτροφικές οικογένειες. Ο Σφακιανός δεν ήτανε υποχρεωμένος να στέκεται όλη μέρα στο κοπάδι γιατί δεν ζημιώνανε κανένα στο βουνό και εύρισκε καιρό να επικοινωνεί με τον κόσμο.

Οι συζευτάδες.

Τα πολλά κοπάδια τότε ήτανε συνεταιρικά. Πολλοί Σφακιανοί είχανε μητάτα, ποτιστήρια, χειμαδιά και άλλες ευκολίες. Αυτοί βρίσκανε εύκολα βοσκούς για τα κοπάδια τους. Για να μην λέει «ο βοσκός μου» θεωρείτο πιο εύσχημο να λέγονται «συζευτάδες», λέξη που τη δανειστήκανε από τους γεωργούς. Οι όροι της «συζεψιάς» προβλέπονται σε άγραφους κανόνες που μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε «κτηνοτροφικό δίκαιο». Δύο από τους όρους του άτυπου αυτού κτηνοτροφικού δικαίου, είναι τα «μαξουλοσημίσιακα», ( μαξούλι=εισόδημα). Ο νοικοκυραίος έδινε στο βοσκό ένα κοπάδι πρόβατα. Από την ίδια ώρα μοιράζανε τα εισοδήματα. Ύστερα από περίπου 10 χρόνια τα πρόβατα που παρέλαβε δεν υπήρχαν πια. Όλα τα πρόβατα ήταν από τα αρνάκια που αυτός ανάθρεψε και τα μεγάλωσε. Συνεπώς ήτανε κεφαλαιοποιημένο εισόδημα που αυτός το δημιούργησε και που σε αυτόν ανήκει το μισό. Και άμα θέλανε μοιράζανε. «Ξεχαρτζιστά». ( Ξεχαρτζίζω=εξοφλώ). Ο νοικοκυραίος έδινε ένα κοπάδι πρόβατα. Υπολογίζανε την αξία ολόκληρου του κοπαδιού και συμφωνούσανε να είναι από την ίδια ώρα το μισό εισόδημα στον καθένα. Όταν ο βοσκός εκατάφερνε να πληρώσει όλη την αξία του κοπαδιού στον νοικοκυραίο, πέραν από το εισόδημα που μοιράζανε, ήτανε τα μισά πρόβατα δικά του. Αν προέκυπτε λόγος να χωρίσουνε πριν εξοφληθούνε όλα τα πρόβατα, έπαιρνε ο βοσκός πρόβατα ανάλογα με τα χρήματα που είχε δώσει. Επλήρωνε όλη την αξία του κοπαδιού για να δικαιούται τα μισά, μα δεν είχε τη δυνατότητα διαφορετικά να αποχτήσει πρόβατα, ενώ έτσι αποχτούσε χωρίς να έχει χρήματα…

Αποσπάσματα από την ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ του Κανάκη Ι. Γερωνυμάκη.